Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα στα θνησιγενή νεογνά

Antiphospholipid antibodies in stillbirth.

Silver RM, Parker CB, Reddy UM, et al.

Obstet Gynecol 2013; 122: 641-57.


ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Ο στόχος της πολυκεντρικής αυτής μελέτης είναι η σύγκριση των επιπέδων των αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων στις γεννήσεις ζώντων και νεκρών νεογνών. Στη μελέτη περιλήφθησαν οι γυναίκες που είχαν συμπληρώσει τουλάχιστον τις 20 εβδομάδες κύησης κατά τον τοκετό. Στον ορό της μητέρας προσδιορίζονταν οι IgG και IgM ανοσοσφαιρίνες έναντι της καρδιολιπίνης και της β2-γλυκοπρωτεΐνης. Συγκεκριμένα, έγιναν μετρήσεις σε 582 γεννήσεις θνησιγενών νεογνών (390 χωρίς κάποια ανωμαλία) και σε 1547 γεννήσεις ζώντων νεογνών που χρησιμοποιήθηκαν ως ομάδα ελέγχου. Η σύγκριση της υποομάδας των θνησιγενών νεογνών, όπου δεν διαπιστώθηκε κάποια ανωμαλία του εμβρύου και δεν υπήρξε κάποια μαιευτική επιπλοκή, με την ομάδα των ζωντανών νεογνών, έδειξε ότι η ύπαρξη IgG αντισωμάτων έναντι της καρδιολιπίνης σχετιζόταν με πενταπλάσιο κίνδυνο γέννησης θνησιγενούς νεογνού (5.0% σε σχέση με 1.0%, λόγος πιθανοτήτων – ΟR: 5.30; 95% όρια αξιοπιστίας [CI], 2.39 - 11.76). Η ανοσοσφαιρίνη IgG έναντι της καρδιολιπίνης σχετιζόταν με διπλάσιο κίνδυνο γέννησης θνησιγενούς νεογνού (6.0% σε σχέση με 3.0%; OR: 2.03; 95% CI, 1.09 - 3.76). Η ανοσοσφαιρίνη IgG έναντι της β2 γλυκοπρωτεΐνης σχετιζόταν με τριπλάσιο κίνδυνο γέννησης θνησιγενούς νεογνού, αλλά η IgM ανοσοσφαιρίνη έναντι της β2 γλυκοπρωτεΐνης δε σχετιζόταν με αυξημένο κίνδυνο γέννησης θνησιγενούς νεογνού. Στις περιπτώσεις των συγκεκριμένων θνησιγενών νεογνών το 11.7% είχε θετική τουλάχιστον μία δοκιμασία κάποιου αντιφωσφολιπιδικού αντισώματος σε σχέση με το 5.9% των ζώντων νεογνών (OR: 2.11; 95% CI, 1.33 - 3.33). Σε 50 περιπτώσεις θνησιγενών νεογνών πραγματοποιήθηκε πλήρης παθολογοανατομική και ιατροδικαστική εξέταση και σε 7 εξ αυτών (14%) αναγνωρίστηκε ως πιθανό αίτιο θανάτου το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο.

Επίπεδο τεκμηρίωσης  ΙΙ (Level II).

ΣΧΟΛΙΟ: Τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα αποτελούν μεγάλη και ετερογενή ομάδα αυτοαντισωμάτων τα οποία σχετίζονται με θρομβοεμβολικά επεισόδια και μαιευτικές επιπλοκές, όπως είναι και τα θνησιγενή νεογνά. Αυτή η μελέτη ασχολήθηκε περισσότερο με τον πληθυσμό εκείνο που εμφανίζει σποραδικά τη γέννηση θνησιγενούς νεογνού, παρά με τη συνήθη ομάδα των επαναλαμβανόμενων εμβρυϊκών απωλειών νωρίς στην κύηση. Τόσο στο συνολικό πληθυσμό των θνησιγενών νεογνών, όσο και στην υποομάδα με εμβρυϊκές ανωμαλίες, οι πιθανότητες να ανιχνεύονται υψηλά τα επίπεδα των αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων ήταν αυξημένες. Η γέννηση θνησιγενούς νεογνού ως αποτέλεσμα ύπαρξης των αυτοαντισωμάτων αυτών μπορεί να οφείλεται είτε στην κακή πλακουντοποίηση στην αρχή της κύησης που οδηγεί σε πλακουντιακή ανεπάρκεια, είτε σε οξέα γεγονότα φλεγμονής, θρόμβωσης και εμβολής. Σχεδόν το 10% των γυναικών που γέννησαν θνησιγενές νεογνό είχαν θετική κάποια δοκιμασία αντιφωσφολιπιδικού αντισώματος (56 από τις 582, 9,6%), αλλά το κατά πόσο εμφάνιζαν αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο δεν είναι γνωστό, δεδομένου ότι απαιτείται επανάληψη της εξέτασης για την τεκμηρίωσή του. Μία από τις αδυναμίες της παρούσας μελέτης είναι η έλλειψη δεδομένων ως προς τη χορήγηση θεραπείας σε κάποιες από τις γυναίκες με αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο. Επιπρόσθετα, λήψη αίματος δεν πραγματοποιήθηκε σε όλες τις γυναίκες με θνησιγενές νεογνό και το γεγονός αυτό μπορεί να οδήγησε σε συστηματικό σφάλμα, αφού μη ισπανικής προέλευσης αφροαμερικανές πρωτοτόκες γυναίκες ήταν περισσότερο πιθανό να μη συναινούν στη λήψη αίματος. Ο εντοπισμός οποιουδήποτε αιτίου που μπορεί να οδηγήσει στη γέννηση θνησιγενούς νεογνού είναι πολύ σημαντικός και τα παρόντα δεδομένα θέτουν το ερώτημα του συστηματικού ελέγχου των αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων. Παρά το γεγονός ότι τα IgG αντισώματα έναντι της καρδιολιπίνης σχετίζονταν ισχυρότερα με τη γέννηση ενός θνησιγενούς νεογνού, οι συγγραφείς συστήνουν τον έλεγχο και των τεσσάρων αντισωμάτων που μελετήθηκαν.