ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΤΟΥ ΕΜΒΡΥΟΥ

Στο Τμήμα Ιατρικής Εμβρύου πραγματοποιούνται διαγνωστικά υπερηχογραφήματα του εμβρύου και της μητέρας, καθόλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Πιο συγκεκριμένα πραγματοποιούνται:

  • μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας,
  • βιοχημικός έλεγχος,
  • έλεγχος τραχήλου για την πρόληψη του πρόωρου τοκετού,
  • υπερηχογράφημα β’ επιπέδου,
  • εξέταση Doppler,
  • βιοφυσικό προφίλ.

Επίσης πραγματοποιούνται επεμβατικές διαγνωστικές εξετάσεις (βιοψία χοριακής λάχνης (CVS), αμνιοπαρακέντηση) και επεμβάσεις στο έμβρυο.


Υπερηχογράφημα στις 11-14 εβδομάδες (αυχενική διαφάνεια)

Το υπερηχογράφημα στις 11-14 εβδομάδες είναι η πρώτη αναλυτική εξέταση του εμβρύου και μας επιτρέπει να υπολογίσουμε την πιθανότητα παρουσίας χρωμοσωματικών ανωμαλιών, με συχνότερη το σύνδρομο Down(μογγολοειδής ιδιωτεία). Η διαγνωστική αξία του υπερηχογραφήματος αυτού αυξάνεται με τη διενέργεια συμπληρωματικού βιοχημικού ελέγχου στον οποίο γίνεται η μέτρηση δύο ορμονών στο αίμα της μητέρας (PAPP-A, β-hCG). Με το υπερηχογράφημα αυτό σε συνδυασμό με τις τιμές των δύο αυτών ορμονών μπορούμε να προβλέψουμε τα 9 στα 10 παιδιά που πάσχουν από το σύνδρομο Down. Η εξέταση αυτή του υπολογισμού της πιθανότητας παρουσίας του συνδρόμου Downείναι πολύ ακριβής και τα αποτελέσματά της έχουν επιβεβαιωθεί σε εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες διεθνώς.

Με το υπερηχογράφημα στις 11-14 εβδομάδες υπολογίζεται με ακρίβεια η ηλικία της κύησης, πράγμα σημαντικό για τις γυναίκες με ασταθή κύκλο. Στις πολύδυμες κυήσεις εκτιμάται η χοριονικότητα, δηλαδή εάν τα έμβρυα έχουν ξεχωριστούς πλακούντες ή κοινό πλακούντα, πληροφορία η οποία καθορίζει την εξέλιξη της κύησης και τον τρόπο παρακολούθησης. Επίσης, το υπερηχογράφημα αυτό προσφέρει τη δυνατότητα μιας πρώτης αδρής εκτίμησης της ανατομίας του εμβρύου ώστε να μπορεί να ανιχνευτεί ένα σημαντικό ποσοστό σοβαρών ανωμαλιών του εμβρύου.


Υπερηχογράφημα β’ επιπέδου

Το υπερηχογράφημα αυτό πρέπει να πραγματοποιείται κατά την 20η – 24η εβδομάδα της κύησης. Κύριος σκοπός του είναι ο λεπτομερής έλεγχος της εμβρυικής ανατομίας. Άλλα πλεονεκτήματά του είναι:

  • η αποκάλυψη ανατομικών δεικτών που αυξάνουν τον κίνδυνο για την παρουσία χρωμοσωματικών ανωμαλιών,
  • ο έλεγχος της ομαλής ενδομήτριας ανάπτυξης,
  • ο προσδιορισμός της θέσης του πλακούντα,
  • η εκτίμηση του όγκου του αμνιακού υγρού,
  • η πρώιμη ανίχνευση συνδρόμου υποκλοπής σε δίδυμες μονοχωριακές κυήσεις,
  • ο λεπτομερής έλεγχος της καρδιάς των εμβρύων των οποίων η αυχενική διαφάνεια βρέθηκε αυξημένη στο 1ο τρίμηνο,
  • η εκτίμηση της ροής των μητριαίων αγγείων και ο χαρακτηρισμός της κύησης σε υψηλού κινδύνου (επί παθολογικών ροών) για εμφάνιση υπολειπόμενης ενδομήτριας ανάπτυξης ή προεκλαμψίας, πράγμα που απαιτεί την εντατικότερη παρακολούθηση της εγκυμοσύνης.

Με το υπερηχογράφημα αυτό ανιχνεύονται πολλές συγγενείς ανατομικές ανωμαλίες του εμβρύου αλλά όχι όλες. Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα β’ επιπέδου μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο να έχει το έμβρυο κάποια σοβαρή συγγενή ανωμαλία, χωρίς όμως να τον εξαλείφει.

Στο υπερηχογράφημα β’ επιπέδου ανιχνεύεται και το φύλο του παιδιού σε ποσοστό 95%.


Doppler μητριαίων αρτηριών

Το υπερηχογράφημα Doppler πραγματοποιείται περίπου την 30η - 32η εβδομάδα κύησης και εφόσον κριθεί απαραίτητο μπορεί να επαναληφθεί έως το τέλος της κύησης. Με αυτό το υπερηχογράφημα παρακολουθούμε την τροφοδοσία και την ανάπτυξη του εμβρύου σε σχέση με την πλακουντιακή λειτουργία. Έτσι, χρησιμοποιώντας την τεχνική του έγχρωμου Doppler, οι δύο μητριαίες αρτηρίες μπορούν εύκολα να εντοπισθούν εκατέρωθεν της μήτρας και να μετρηθούν οι ταχύτητες ροής του αίματος. Σε περιπτώσεις που βρεθούν αυξημένες αντιστάσεις και στις δύο μητριαίες αρτηρίες υπάρχει πιθανότητα (περίπου 80%) για εμφάνιση προεκλαμψίας, αποκόλλησης του πλακούντα ή υπολειπόμενης ανάπτυξης του εμβρύου. Σε καλή κυκλοφορία, αντίθετα, η πιθανότητα είναι μόνο 2%. Με τον τρόπο αυτό εντοπίζονται έγκαιρα και παρακολουθούνται στενά οι περιπτώσεις υψηλού κινδύνου.


Βιοφυσικό προφίλ

Το βιοφυσικό προφίλ περιλαμβάνει το καρδιοτοκογράφημα (NST), τις αναπνευστικές κινήσεις, τον τόνο και τις κινήσεις του εμβρύου, καθώς και τον προσδιορισμό της ποσότητας του αμνιακού υγρού και της ωριμότητας του πλακούντα. Το βιοφυσικό προφίλ πραγματοποιείται από την 34η εβδομάδα μέχρι το τέλος της κύησης.


Στο Τμήμα Ιατρικής του Εμβρύου πραγματοποιούνται και επεμβατικές διαγνωστικές εξετάσεις όπως είναι η λήψη τροφοβλάστης και η αμνιοπαρακέντηση.

Λήψη τροφοβλάστης / αμνιοπαρακέντηση

Η λήψη τροφοβλάστης (βιοψία από τον πλακούντα) και η αμνιοπαρακέντηση (λήψη αμνιακού υγρού) είναι επεμβατικές μέθοδοι για τον έλεγχο των χρωμοσωματικών ανωμαλιών του εμβρύου.

Η λήψη τροφοβλάστης γίνεται περί την 11η εβδομάδα της κύησης και πραγματοποιείται υπό υπερηχογραφικό έλεγχο η εισαγωγή μιας λεπτής βελόνας στον πλακούντα και η λήψη του υλικού (χοριακές λάχνες) που αποστέλλεται για γενετικό έλεγχο.
Η αμνιοπαρακέντηση γίνεται περί τη 16η εβδομάδα υπό υπερηχογραφικό έλεγχο, με την εισαγωγή μιας λεπτής βελόνας στον αμνιακό σάκο και τη λήψη αμνιακού υγρού το οποίο αποστέλλεται για γενετικό έλεγχο.
Με τις δύο αυτές μεθόδους εξετάζεται ο αριθμός και η ακεραιότητα των χρωμοσωμάτων του εμβρύου, αποκλείοντας έτσι χρωμοσωματικές ανωμαλίες. Τόσο στη λήψη της τροφοβλάστης όσο και στην αμνιοπαρακέντηση υπάρχει ένας μικρός κίνδυνος αποβολής (0,5-1%).


Το Τμήμα της Ιατρικής του Εμβρύου συνεργάζεται με εξωτερικό κέντρο γενετικής στο οποίο αποστέλλονται τα δείγματά μας. Τα δείγματα αφορούν εξετάσεις όπως:

  • καρυότυπος χοριονικών λάχνων,
  • καρυότυπος αμνιακών κυττάρων,
  • διευρυμένος προγεννητικός έλεγχος,
  • καρυότυπος εμβρυικού αίματος,
  • ανίχνευση συνδρόμου Down(PAPPA/ A-TEST),
  • ανίχνευση μεταλ. F508delινοκυστικής νόσου,
  • ινοκυστική νόσος (γονέων),
  • καρυότυπος ενήλικα,
  • Parvovirus,
  • κυτταρομεγαλοϊός (CMV),
  • τοξόπλασμα GONDII,
  • Α-μεσογειακή αναιμία ενήλικα,
  • Β-μεσογειακή – δρεπανοκυτταρική αναιμία ενήλικα,
  • εκτίμηση κινδύνου θρομβοφιλίας.

Τηλ. Επικοινωνίας 210 – 69.91.200