Μείζονες συγγενείς διαμαρτίες από τα νεώτερα αντιεπιληπτικά φάρμακα

Newer-generation antiepileptic drugs and the risk of major birth defects

Molgaard-Nielsen D, Hviid A

JAMA 2011; 305: 1996–2002


ΣΥΝΟΨΗ: Οι συγγραφείς πραγματοποίησαν μια πληθυσμιακή μελέτη σε 837.795 νεογνά που γεννήθηκαν ζωντανά στη Δανία από τον Ιανουάριο του 1996 έως το Σεπτέμβριο του 2008. Οι πληροφορίες όσον αφορά: i) τα αντιεπιληπτικά φάρμακα που έλαβαν οι έγκυες, ii) τις διαγνώσεις των συγγενών διαμαρτιών, καθώς και iii) τους πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες, ελήφθησαν από το εθνικό μητρώο υγείας. Από τα 1.532 βρέφη που εκτέθηκαν σε λαμοτριγίνη, οξκαρβαζεπίνη, τοπιραμάτη, γκαμπαπεντίνη ή λεβετιρακετάμη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου, μείζονες συγγενείς ανωμαλίες διαγνώστηκαν σε 49 νεογνά, σε σύγκριση με 19.911 από τα 836.263 που δεν είχαν εκτεθεί σε κανένα αντιεπιληπτικό φάρμακο (3,2% έναντι 2,4%, αντίστοιχα, προσαρμοσμένος λόγος πιθανοτήτων (OR): 0.99, 95% όρια αξιοπιστίας (CI): 0,72-1,36). Μείζον συγγενής διαμαρτία διαγνώστηκε σε 38 από τα 1.019 νεογνά (3,7%) που εκτέθηκαν σε λαμοτριγίνη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου (OR: 1.18, 95% CI: 0.83-1,68), σε 11 από τα 393 βρέφη (2,8%) που εκτέθηκαν σε οξκαρβαζεπίνη (OR: 1.44, 95% CI: 0,46-1,59), καθώς και σε 5 από τα 108 βρέφη (4,6%) που εκτέθηκαν σε τοπιραμάτη (OR: 1.44, 95% CI: 0,58-3,58). Η έκθεση σε γκαμπαπεντίνη και λεβετιρακετάμη κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης ήταν ιδιαίτερα ασυνήθιστη, και συγγενείς διαμαρτίες διαγνώστηκαν μόλις σε 1 και 0 νεογνά, αντίστοιχα.

Επίπεδο τεκμηρίωσης ΙΙ (Level II).

ΣΧΟΛΙΟ: Ενώ η χρήση των παλαιότερων αντιεπιληπτικών φαρμάκων, όπως της φαινοβαρβιτάλης, φαινυτοΐνης, βαλπροϊκού οξέος και καρμπαμαζεπίνης κατά τη διάρκεια της κύησης έχει συσχετιστεί με σχεδόν τριπλάσια αύξηση του κινδύνου συγγενών διαμαρτιών, τα νεότερα φάρμακα που μελετήθηκαν εδώ δεν φαίνεται να παρουσιάζουν αυτόν τον κίνδυνο. Η επίπτωση της χρήσης αντιεπιληπτικών φαρμάκων στην εγκυμοσύνη είναι 0,2-0,5, και σχεδόν το μισό αυτών των περιπτώσεων οφείλονται σε θεραπεία επιληπτικών κρίσεων της μητέρας. Τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται συχνά και για διπολικές διαταραχές της διάθεσης, ημικρανίες και σύνδρομα νευροπαθητικού πόνου. Συνεπώς, τα στοιχεία που παρέχονται σε αυτή τη Δανέζικη μελέτη είναι πολύ χρήσιμα για την παροχή συμβουλευτικής σε ασθενείς με επιληψία που χρησιμοποιούν τα νεότερα αντιεπιληπτικά φάρμακα. Επιπλέον, οι συγγραφείς δε μπόρεσαν να αποδείξουν αυξημένο κίνδυνο όταν χρησιμοποιούνταν αυξημένες δόσεις αυτών των παραγόντων. Η πλειοψηφία των μελετών που έχουν δημοσιευτεί μέχρι στιγμής υποστηρίζουν τα παρόντα ευρήματα, αν και δεν λείπουν αυτές που υποστηρίζουν το αντίθετο. Συνεπώς, η παρούσα μελέτη είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη και προσφέρει σημαντικά στο γενικότερο προβληματισμό.