Πρώιμη πρόωρη ρήξη των εμβρυϊκών υμένων
Preterm premature rupture of membranes ≥ 32 weeks' gestation: impact of revised practice guidelines
Faksh A, Wax JR, Lucas FL, et al
Am J Obstet Gynecol. 2011; 205: 340.e1-340.e5
ΣΥΝΟΨΗ: Το Αμερικανικό Κολλέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων αναθεώρησε τις κατευθυντήριες οδηγίες του σχετικά με την αντιμετώπιση της πρώιμης πρόωρης ρήξης των υμένων το 2007. Οι συγγραφείς επιχείρησαν να συγκρίνουν το περιγεννητικό αποτέλεσμα των γυναικών που παρουσίασαν πρώιμη πρόωρη ρήξη των υμένων τα τελευταία τρία χρόνια πριν το 2007, με το περιγεννητικό αποτέλεσμα των γυναικών μετά την υιοθέτηση και εφαρμογή των νέων κατευθυντήριων οδηγιών (τρία χρόνια μετά το 2007).
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε κέντρο περιγεννητικής ιατρικής των ΗΠΑ, όπου νοσηλεύονται στην πλειοψηφία τους έγκυες της λευκής φυλής. Μετά από αντιστοίχιση ως προς την ηλικία κύησης κατά τη ρήξη των υμένων και τη λήψη κορτικοστεροειδών, η σύνθετη μείζονα νοσηρότητα (θάνατος, σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας, υποβοήθηση αερισμού για 6 ή περισσότερες ώρες, σήψη, πνευμονία, ενδοκοιλιακή αιμορραγία σταδίου 3 ή 4, και νεκρωτική εντεροκολίτιδα) ήταν παρόμοια ανά ομάδα. Στα νεογνά που ανήκαν στην ομάδα μετά την αναθεώρηση των οδηγιών, η επίπτωση της πνευμονίας και της σήψης ήταν ελαττωμένη, της αναπνευστικής νοσηρότητας αμετάβλητη, ενώ οι μαιευτικές αιμορραγίες και οι προκλήσεις τοκετού ήταν αυξημένες.
Συμπέραναν, λοιπόν, ότι η εφαρμογή των αναθεωρημένων οδηγιών οδήγησε σε μείωση των νεογνικών λοιμώξεων, αλλά σε αύξηση των προκλήσεων τοκετού και των μαιευτικών αιμορραγιών. Οι έγκυες που αντιμετωπίστηκαν με τις πρώτες κατευθυντήριες οδηγίες έλαβαν μία δόση κορτικοστεροειδών μεταξύ της 32ης και της 33ης εβδομάδας κύησης, αμπικιλλίνη και μία δόση αζιθρομυκίνης (1 γρ) per os. Ο τοκετός πραγματοποιούνταν μετά από αυτόματη έναρξή του, μετά από τεκμηρίωση της πνευμονικής ωριμότητας του εμβρύου όταν η ηλικία κύησης ήταν 32-36 εβδομάδες (εντοπισμός φωσφατιδυλογλυκερόλης στο αμνιακό υγρό που λαμβάνονταν είτε με αμνιοπαρακέντηση είτε από τη λίμνη του κόλπου), ή και νωρίτερα επί εμβρυϊκής δυσχέρειας ή κλινικής χοριοαμνιονίτιδας. Οι γυναίκες στην ομάδα μετά τις αναθεωρημένες κατευθυντήριες οδηγίες έλαβαν την ίδια αγωγή, αλλά τα κριτήρια για την περαίωση του τοκετού ήταν πιο επιθετικά. Ο τοκετός προκαλούνταν εφόσον είχαν συμπληρωθεί 34 εβδομάδες κύησης, ακόμη και εάν δεν αποδεικνυόταν η πνευμονική ωριμότητα. Οι συγγραφείς εντόπισαν 171 εγκύους που πληρούσαν τα κριτήρια: 107 γυναίκες πριν και 64 γυναίκες μετά την υιοθέτηση των νέων κατευθυντήριων οδηγιών. Οι γυναίκες που ανήκαν στη δεύτερη ομάδα ήταν περισσότερο πιθανό να γεννήσουν μία εβδομάδα νωρίτερα (κατά μέσο όρο) από αυτές που ανήκαν στην πρώτη ομάδα.
Επίπεδο σημαντικότητας ΙΙ (Level II).
ΣΧΟΛΙΟ: Ο μεγαλύτερος αριθμός μελετών που αφορούν την πρόωρη ρήξη των εμβρυϊκών υμένων και τις συνέπειές της, αφορούν κυρίως γυναίκες της Αφροαμερικανικής φυλής, των οποίων όμως τα νεογνά παρουσιάζουν ταχύτερη πνευμονική ωρίμανση. Για το λόγο αυτό η παρούσα μελέτη έχει μεγαλύτερη αξία ως προς την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων και τη μείωση της επίπτωσης της αναπνευστικής δυσχέρειας. Οι αναθεωρημένες κατευθυντήριες κλινικές οδηγίες φαίνεται ότι βελτιώνουν το περιγεννητικό αποτέλεσμα, κυρίως σε ότι αφορά τις νεογνικές λοιμώξεις. Παρόλα αυτά θα πρέπει μελλοντικά να εστιάσουμε στην ανεύρεση των αιτίων που οδηγούν στην κατάσταση αυτή. Η αποστολή αυτή βεβαίως είναι δύσκολη και παρά τις εξελίξεις που έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια, η διαδρομή φαίνεται προς το παρόν να είναι μακρά ακόμα.





