Διαδοχικά υπερηχογραφήματα για τις κύστεις των ωοθηκών
Frequency and disposition of ovarian abnormalities followed with serial transvaginal ultrasonography
Pavlik EJ, Ueland FR, Miller RW, et al
Obstet Gynecol 2013; 122: 210–7
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Οι συγγραφείς εξέτασαν την παραμονή και την υποστροφή τόσο των απλών, όσο και των σύνθετων ωοθηκικών κύστεων στο πρόγραμμα πληθυσμιακού ελέγχου για τον καρκίνο των ωοθηκών από το Πανεπιστήμιο του Κεντάκι. Αυτή ήταν μια μεγάλη, 25ετής προοπτική πληθυσμιακή μελέτη με προσεκτικά καθορισμένα υπερηχογραφικά κριτήρια. Από το 1987 έως το 2012, η ομάδα μελέτης αποτελείτο από 39.337 γυναίκες. Τα κριτήρια ήταν: 1) Ασυμπτωματικές γυναίκες άνω των 50 ετών και 2) ασυμπτωματικές γυναίκες άνω των 25 ετών με τεκμηριωμένο οικογενειακό ιστορικό καρκίνου των ωοθηκών σε τουλάχιστον μια συγγενή πρώτου ή δευτέρου βαθμού. Γενετικός έλεγχος δεν αποτέλεσε μέρος της μελέτης. Τα ευρήματα του διακολπικού υπερηχογραφήματος ταξινομήθηκαν ως: 1) Φυσιολογικές ωοθήκες, 2) απλές, μονήρεις κύστεις, 3) κύστεις με διαφραγμάτια (μονολοβώδεις ή πολυλοβώδεις), 4) κύστεις με συμπαγή στοιχεία και 5) συμπαγείς μάζες. Το υπερηχογράφημα ήταν φυσιολογικό στην πρώτη αλλά και στις επόμενες επισκέψεις σε 31.834 γυναίκες (80,9%), ενώ 6.807 γυναίκες (17,3%) είχαν παθολογικά ευρήματα. Σύνθετα παθολογικά ευρήματα (κύστεις με συμπαγή στοιχεία) και συμπαγείς μάζες, ήταν περισσότερο πιθανό να υποστρέψουν μέσα στο επόμενο έτος παρακολούθησης (76,5–80,6%) από τις μονήρεις κύστεις και τις κύστεις με διαφραγμάτια (32,8–43,9%; p<.001).
Οι σύνθετες και οι συμπαγείς κύστεις είχαν διάμεσο χρόνο υποστροφής 7.8–8.7 εβδομάδες, ενώ οι μονήρεις κύστεις και οι κύστεις με διαφραγμάτια είχαν διάμεσο χρόνο υποστροφής 53–55.6 εβδομάδες. Υπήρχαν 85 αληθώς θετικές κακοήθειες στη διάρκεια της μελέτης και 472 καλοήθειες με θετική προγνωστική αξία 15,3%. Με μόνο ένα υπερηχογράφημα, η θετική προγνωστική αξία ήταν 8,1%. Με τη χρήση σειριακών υπερηχογραφημάτων, η θετική προγνωστική αξία προοδευτικά βελτιώθηκε στο 24,7%, παρουσιάζοντας μια βελτίωση της τάξης του 304%.
Επίπεδο τεκμηρίωσης ΙΙ (Level II)
ΣΧΟΛΙΟ: Αυτή η μελέτη επιβεβαιώνει παλαιότερα ευρήματα, ότι οι μονήρεις κύστεις της ωοθήκης και οι απλές κύστεις με διαφραγμάτια, ακόμα και σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, έχουν μικρή πιθανότητα κακοήθειας και μπορούν να παρακολουθηθούν με διαδοχικά διακολπικά υπερηχογραφήματα. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στη μελέτη αυτή είναι ότι ακόμα και σύνθετες διαταραχές της ωοθήκης, που θεωρείται ότι έχουν υψηλό κίνδυνο κακοήθειας, μπορούν να υποστρέψουν κατά τη διάρκεια του χρόνου παρακολούθησης. Με τη χρήση διαδοχικών υπερηχογραφικών εξετάσεων, οι συγγραφείς ανέφεραν ότι ο αριθμός των χειρουργικών παρεμβάσεων με ένδειξη καλοήθων ωοθηκικών όγκων, μειώθηκε. Πολλές μελέτες για τον πληθυσμιακό έλεγχο για καρκίνο των ωοθηκών παρουσιάζουν την ίδια πολύ χαμηλή θετική προγνωστική αξία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι μεγάλος αριθμός γυναικών υποβάλλονται σε χειρουργικές επεμβάσεις προκειμένου να βρεθεί μια περίπτωση καρκίνου. Με την μακροπρόθεσμη παρακολούθηση σ΄αυτή τη μελέτη, είναι φανερό ότι αυτές οι ανωμαλίες των ωοθηκών ποικίλουν αρκετά στο χρόνο υποστροφής τους. Οι συγγραφείς χρησιμοποίησαν τα κριτήρια της απουσίας της ανάπτυξης ή επιδείνωσης των όγκων, για να επιτρέψουν βραχυπρόθεσμες διαδοχικές υπερηχογραφικές εκτιμήσεις, αντί για την άμεση χειρουργική παρέμβαση. Το ακριβές μεσοδιάστημα αυτών των εκτιμήσεων είναι δύσκολο να καθοριστεί σ΄αυτή τη μελέτη, ωστόσο οι συγγραφείς δίνουν κάποιες γενικές κατευθύνσεις. Βεβαίως τα υπερηχογραφικά αποτελέσματα πρέπει να συνδυαστούν με την εκτίμηση των εξατομικευμένων παραγόντων κινδύνου, με τα αποτελέσματα του γενετικού ελέγχου (αν είναι διαθέσιμα), με τους βιοχημικούς καρκινικούς δείκτες, και να βασιστούν σε μια συμπαγή κλινική κρίση. Έτσι παρέχεται πολύ χρήσιμη κλινική πληροφορία και οι συγγραφείς δηλώνουν ότι είναι σημαντικό να αποφεύγεται μια απλή ωοθηκική διαταραχή να θεωρείται ως ένδειξη χειρουργικής παρέμβασης και να υιοθετείται η συντηρητική προσέγγιση με διαδοχικές υπερηχογραφικές εκτιμήσεις που βελτιώνουν την ακρίβεια του διακολπικού υπερηχογραφήματος ως εργαλείο πληθυσμιακού ελέγχου για τον καρκίνο των ωοθηκών.







